13η Σεπτεμβρίου PDF Print E-mail

Είναι φυσικό, ακόμα και στις πιο σύγχρονες Δημοκρατίες, οι εκλογές να δημιουργούν αρρυθμίες και προβλήματα. Βέβαια,  πρέπει να τονίσουμε ότι οι εκλογές  αποτελούν προϋπόθεση για τη λειτουργία της δημοκρατίας και ταυτόχρονα το κράτος οφείλει να λειτουργεί ανεξάρτητα από την εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία. Στην περίπτωση της χώρας μας οι επιπτώσεις της προεκλογικής περιόδου στη λειτουργία του κράτους είναι πολλαπλάσια αρνητικές, αφού, πέρα από τις δομικές αδυναμίες του κράτους, υπάρχει και η εκτεταμένη κάλυψη θέσεων συνδεδεμένων με τον εκάστοτε επικεφαλής των Υπουργείων και των οργανισμών, με αποτέλεσμα, εκτός από το χρόνο ενημέρωσης και προσαρμογής που απαιτείται, η λειτουργία της κρατικής μηχανής να υπόκειται και στις ανάγκες των εκλογικών αναμετρήσεων για κομματικούς, και όχι μόνο, λόγους.

Είναι γνωστό τοις πάσι ότι στις προεκλογικές περιόδους στην Ελλάδα το κράτος υπολειτουργεί, η φοροδιαφυγή αυξάνεται, τα αυθαίρετα φυτρώνουν με πολλαπλάσιους ρυθμούς, η αναποτελεσματικότητα και η ραστώνη του Δημόσιου Τομέα ξεπερνούν κάθε όριο. Η αναβολή της λήψης μέτρων αναγκαίων αλλά αντιδημοτικών αποτελεί τον κανόνα στην Κυβερνητική πρακτική. Η χαλάρωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας μετατρέπεται σε ανεύθυνη παροχολογία. Αρκεί να θυμηθούμε πως η προσπάθεια του δημοσιονομικού νοικοκυρέματος, που αναγκαστικά ακολουθήθηκε μετά την ανερμάτιστη και καταστροφική πολιτική της περιόδου 1981- 1985, στη συνέχεια οδηγήθηκε στην πυρά, μαζί με τον υπεύθυνο για την υλοποίηση της κ. Σημίτη  και αντικαταστάθηκε από μια καταστροφική λαϊκίστικη «πολιτική», που συμπυκνώθηκε σε τρεις λέξεις «Τσοβόλα δώστα όλα». Και πράγματι, τα έδωσε όλα ο τότε Υπουργός Οικονομικών, με αποτέλεσμα ένα χρόνο μετά η χώρα να φτάσει στα όρια της χρεοκοπίας και μέχρι σήμερα παρά τις ενδιάμεσες προσπάθειες, οι οποίες ωστόσο πολύ απείχαν από το να έχουν την αναγκαία ριζοσπαστικότητα, παραπαίει κάτω από το βάρος της εξυπηρέτησης μιας εκτεταμένης λαϊκίστικης πελατειακής πολιτικής σε μεγάλες ομάδες του πληθυσμού και εξαιτίας του τεράστιου χρέους, το οποίο έχει δημιουργηθεί.

Επιπλέον, την προεκλογική περίοδο η αξιωματική αντιπολίτευση, «αφιονισμένη» από το όραμα της εξουσίας και της προσδοκίας νομής της, επιδίδεται σε μια ακατάσχετη παροχολογία. Υπογράφοντας μελλοντικές επιταγές, έστω και αν οι περισσότερες από αυτές είναι ακάλυπτες, συμβάλλει στη δημιουργία ενός κλίματος στρεβλού, που οδηγεί στην αδυναμία του λαού να κατανοήσει τα πραγματικά προβλήματα και να επιλέξει και να στηρίξει εκείνες τις πολιτικές που αρμόζουν στην κρισιμότητα της κατάστασης. Οι κοινωνικές ομάδες και τα συνδικάτα εκμεταλλεύονται την ανάγκη των κομμάτων και προωθούν λύσεις ή τη δέσμευση για μελλοντικές ρυθμίσεις, που σε πολλές περιπτώσεις και σε άλλες περιόδους θα απορρίπτονταν.

Με δεδομένο λοιπόν ότι η βούληση σύσσωμης της αντιπολίτευσης είναι να οδηγηθεί η χώρα σε πρόωρες εκλογές τον προσεχή Μάρτιο, είναι σίγουρο ότι από το Σεπτέμβριο θα μπούμε στην τελική ευθεία της προεκλογικής περιόδου, η οποία, αν λάβουμε υπ’ όψιν και τα χαρακτηριστικά της κοινοβουλευτικής περιόδου που πέρασε, θα είναι ιδιαίτερα σφοδρή και καταστροφική για την οικονομία και τη χώρα. Αν μάλιστα αναγνώσουμε και το μήνυμα των Ευρωεκλογών στα δύο κόμματα εξουσίας, δεν έχουμε κανένα λόγο να είμαστε αισιόδοξοι. Υπό το πρίσμα λοιπόν αυτών των δεδομένων και με την οικονομία να απαιτεί άμεσες ριζικές  αποφάσεις, οι εκλογές πρέπει να γίνουν όσο το δυνατόν συντομότερα και σε κάθε περίπτωση όχι πέραν της 13ης Σεπτεμβρίου.